Με την υπόσχεση «δεν κάνουμε πίσω με τίποτα, προχωράμε» ξεσκόνισαν την απόφαση. Η απόρριψη της αίτησης αναγνώρισης του συνδικαλιστικού σωματείου έθετε τεχνικά θέματα. Για παράδειγμα και ενδεικτικά, η απόφαση έλεγε ότι δεν μπορούν να τεθούν περιορισμοί στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ). Το αρχικό καταστατικό της ΕΑΕΔ όριζε ότι μέλη του ΔΣ θα έπρεπε να είναι σε αριθμό υποχρεωτικά τόσα όσα απορρέουν από την αριθμητική δύναμη των κλάδων (χωρίς να αναφέρεται η δύναμη, για ευνόητους λόγους). Σε ένα 15μελές ΔΣ, για παράδειγμα, επτά (7) θα έπρεπε να είναι από τον Στρατό Ξηράς, όριζε το καταστατικό, τέσσερις (4) από το Πολεμικό Ναυτικό, τρεις (3) από την Πολεμική Αεροπορία και ένας (1) από τα Κοινά Σώματα. Αυτήν τη σύνθεση τη θεώρησε ασύμβατη το Πρωτοδικείο Αθηνών με τη βούληση των ψηφοφόρων, αλλά και με τον συνδικαλιστικό νόμο 1264/1982. Με την ψήφο τους οι ψηφοφόροι αξιωματικοί θα μπορούσαν να αναδείξουν στο ΔΣ ακόμη και όλα τα μέλη του από τον Στρατό Ξηράς (ή το ΠΝ ή την ΠΑ ή τα ΚΣ) ή σε διαφορετική αριθμητική δύναμη απ’ ό,τι το καταστατικό όριζε (όπως 5, 5, 3, 2).
Οι πρωτοπόροι αξιωματικοί και εν δυνάμει στρατιωτικοί συνδικαλιστές δεν έχασαν ούτε λεπτό. Συνέταξαν εκ νέου το καταστατικό. Βελτίωσαν τα τεχνικά θέματα, το υπέγραψαν και την 27η Μάη του 2005 το επανακατέθεσαν στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Η δέσμευση παρέμεινε η ίδια. Να μη διαρρεύσει τίποτα. Και τηρήθηκε. Η επιμονή τους ξεπερνούσε τα υπηρεσιακά όριά τους, γιατί στα αυτιά τους ακούγονταν ακόμη νωπά τα λόγια του (τότε) Υπολοχαγού, που εξιστορούσε το «θάψιμο» του συνδικαλισμού από την ίδια την τότε (ΠΑΣΟΚική) πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εθνικής Αμυνας: «…Είναι λεπτό το θέμα, μπορούμε να καθυστερήσουμε τη λήψη απόφασης, αλλά δεν μπορούμε να την αποφύγουμε…».
Το Πρωτοδικείο Αθηνών δεν είχε πολλά πολλά να εξετάσει αυτήν τη φορά. Τη νομική βάση (τόσο σε διεθνές, σε ευρωπαϊκό, όσο και σε εθνικό επίπεδο) την είχε ήδη εξαντλήσει και επιχειρηματολογήσει με την πρώτη του απόφαση. Επρεπε να εξετάσει εάν αυτά που ζητούσε τέθηκαν στο καταστατικό της ΕΑΕΔ. Και αυτό έκανε και μάλιστα πολύ γρήγορα.
Σαράντα έξι (46) μέρες μετά, τη 2α Σεπτέμβρη του 2005, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ’ αριθμ. 5265/2005 λιτή αλλά σημαντική απόφασή του αναγνώρισε το συνδικαλιστικό σωματείο «Ενωση Αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων – ΕΑΕΔ» και διέταξε την εγγραφή του στα βιβλία συνδικαλιστικών σωματείων που τηρούνται στο Πρωτοδικείο Αθηνών, όπως και έγινε. Με την απόφαση άρχισε ουσιαστικά η συνδικαλιστική δραστηριότητα στις Ενοπλες Δυνάμεις.
Οι είκοσι (20) πρωτοπόροι αξιωματικοί αναθάρρησαν. Να τα χαμόγελα. Να η περηφάνια. Να και η ευθύνη όμως. Ανέλαβαν ένα βαρύ, αλλά όμορφο και ελπιδοφόρο συνάμα φορτίο. Να εκπροσωπήσουν τα συμφέροντα όλων των στρατιωτικών. Το καταστατικό το έλεγε με σαφήνεια άλλωστε. Σκοποί του σωματείου, μεταξύ των άλλων, ήταν: «…η μελέτη και υποβολή εισηγήσεων και προτάσεων αναφορικά με τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας, την επιμόρφωση και εν γένει τα ζητήματα επαγγελματικής κατάρτισης των Αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων και η προάσπιση της προσωπικής ελευθερίας, της αξιοκρατίας, της ελευθερίας της σκέψης του λόγου, της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών και των δημοκρατικών ελευθεριών, υπό την αυτονόητη υποχρέωση αυστηρής τήρησης κάθε απόρρητου που σχετίζεται με την άμυνα της χώρας και την εθνική ασφάλεια αυτής…».
Η ΕΑΕΔ, ως συνδικαλιστικό σωματείο, νομικό «προϊστάμενό» του είχε τον εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, αφού η έδρα του σωματείου ορίστηκε η Αθήνα. Ο εισαγγελέας είχε το δικαίωμα να ασκήσει έφεση επί της απόφασης εντός τριάντα (30) ημερών από την έκδοσή της, εφόσον έκρινε ότι το σωματείο είχε αντίθετες προς τον νόμο ή το Σύνταγμα διατάξεις και σκοπό. Οπως όμως τονίστηκε παραπάνω, η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ήταν τόσο καλά νομικά εμπεριστατωμένη που δεν επιδεχόταν αμφισβήτηση.
Τι κι αν δεν υπήρχε κάποια νομική βάση ώστε να υπάρχει έστω και το ελάχιστο ενδεχόμενο αυτή (η έφεση) να έχει θετική κατάληξη. Επρεπε να ασκηθεί και ασκήθηκε. Αυτό πράττει ανέκαθεν η αστική εξουσία. Οταν βλέπει ότι οργανώνεται αντίσταση και αγώνας από εργαζόμενους τους διώκει δικαστικά, θεωρώντας ότι έχει και το μαχαίρι και το πεπόνι. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως έκανε μεγάλο λάθος.
Εισαγγελέας που ανέλαβε να καθαρίσει για λογαριασμό της κυβέρνησης και των ενόπλων δυνάμεων από τον κίνδυνο ενός συνδικαλιστικού κινήματος στις τάξεις των ΕΔ ήταν ο Ι. Δ. (ο οποίος σήμερα δεν βρίσκεται στη ζωή). Ο Ι. Δ. ήταν ο ορισμένος εισαγγελικός λειτουργός στην υπηρεσία επιτάξεων του υπουργείου Εθνικής Αμυνας. Την 29η μέρα, την 29 Νοέμβρη του 2005, άσκησε έφεση υπέρ του νόμου, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι το ισχύον αστικό Σύνταγμα (από το 1975 μέχρι και το 2001, οπότε και αναθεωρήθηκε) δεν επιτρέπει συνδικαλιστική δράση στους υπηρετούντες στις ένοπλες δυνάμεις, γιατί αυτό θα οδηγούσε σε κατάλυση της στρατιωτικής πειθαρχίας, η οποία αποτελεί το θεμέλιο της στρατιωτικής οργάνωσης. Ενέπλεξε μάλιστα και τον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα (ΣΠΚ) μιλώντας για ομαδική απείθεια, η οποία τιμωρείται και έτσι μοιάζει η κίνηση των 20 πρωτοπόρων αξιωματικών.
Οι είκοσι (20) πρωτοπόροι αξιωματικοί όχι μόνο δεν φοβήθηκαν, όχι μόνο δεν απογοητεύθηκαν, αλλά πείσμωσαν ακόμη περισσότερο. «Στην επίθεση εσείς; Στην επίθεση κι εμείς». Αυτό είπαν. Και δεν το είπαν μόνοι τους. Το είπαν τα περίπου 3.000 μέλη που μέσα σε έναν μήνα γράφτηκαν στο σωματείο. Η υπόσχεση των είκοσι (20) πρωτοπόρων αξιωματικών απέναντι στις/στους 3.000 συναδέλφους τους ήταν μία: «Ημασταν δυο (2), ήμασταν τρεις (3), γίναμε χίλιοι δεκατρείς (1.013) και σύντομα τρεις χιλιάδες (3.000). Μπορούμε περισσότεροι και θα τα καταφέρουμε. Δεν κάνουμε πίσω. Προχωράμε μπροστά με αισιοδοξία και ψηλά το κεφάλι». Αυτό ήταν.
Τελικά κέρδισε ο εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών την έφεσή του ή όχι;
Συνταγματάρχης ε.α. Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Αποστράτων Στρατιωτικών (Π.ΟΜ.Α.Σ.) και επίτιμος πρόεδρος της Πανελλαδικής Ομοσπονδίας Ενώσεων Στρατιωτικών (Π.Ο.Ε.Σ.)




