Βασική υποχρέωση μιας κυβέρνησης που εξυπηρετεί τα συμφέροντα του λαού, μεταξύ των άλλων, είναι και η δημόσια και δωρεάν παροχή Υγείας. Διαχρονικά οι μέχρι σήμερα κυβερνήσεις της χώρας (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ κ.λπ.), εξυπηρετώντας τα συμφέροντα του κεφαλαίου, υποβαθμίζουν συνειδητά τη δημόσια Υγεία, ώστε ως «ώριμο» φρούτο και δήθεν αναγκαιότητα να οδηγηθεί προς την ιδιωτικοποίηση, άρα και εμπορευματοποίησή της, αφού για τον επιχειρηματία της Υγείας πάνω απ’ όλα είναι το κέρδος που επιδιώκει συνεχώς να «αυγατίζει».
Κύριος άξονας αυτής της πολιτικής είναι το τρίπτυχο «υποχρηματοδότηση, υποστελέχωση, ανασχεδιασμός» της κατανομής των νοσοκομειακών δομών του δημόσιου τομέα Υγείας, με συμπτύξεις μονάδων και τέλος χρηματοδότηση και γιγάντωση των πανάκριβων ιδιωτικών νοσοκομείων.
Από αυτή την πολιτική δεν εξαιρούνται τα στρατιωτικά νοσοκομεία, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις όλων των μέχρι σήμερα κυβερνήσεων.
Η αντιλαϊκή κυβερνητική πολιτική στην Υγεία, ενισχυμένη και από τις μνημονιακές προβλέψεις, ευθύνεται για το κλείσιμο αρκετών περιφερειακών γενικών στρατιωτικών νοσοκομείων (ΓΣΝ). Γι’ αυτήν την εξέλιξη οι κυβερνήσεις επικαλούνται την εξοικονόμηση πόρων, αλλά και τη δήθεν μείωση των εξόδων της υγειονομικής περίθαλψης των στρατιωτικών.
Γι’ αυτή την προκλητική απαξίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών Υγείας προς τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και προκειμένου να αποσοβηθούν οι αναμενόμενες αντιδράσεις τους, εφηύραν την αιτιολογία ότι τα περιφερειακά ΓΣΝ δεν κλείνουν, αλλά μετονομάζονται σε Κινητά Χειρουργικά Νοσοκομεία (ΚΙΧΝΕ). Σε υγειονομικές δηλαδή δομές που σχεδιάστηκαν να παρέχουν υπηρεσίες, κατά βάση χειρουργικού τύπου κατά τη διάρκεια (πολεμικών) επιχειρήσεων και καμιά σχέση δεν έχουν με την παροχή νοσοκομειακών υγειονομικών υπηρεσιών στις/στους δικαιούχους.
Τα αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής φάνηκαν πολύ γρήγορα. Ιατρικές ειδικότητες, εξοπλισμός και ιατρικές πράξεις που ήταν αυτονόητες για μία δομή επιπέδου ΓΣΝ, είτε καταργήθηκαν, είτε απέκτησαν προαιρετικό χαρακτήρα, ανάλογα με τη διαθεσιμότητα και τους οικονομικούς πόρους.
Συνέπεια όλων αυτών ήταν σε νευραλγικές περιοχές της χώρας, όπως για παράδειγμα ο βόρειος Εβρος, για ικανό χρονικό διάστημα (φθινόπωρο του 2018) να μην υπάρχει καρδιολόγος στο ΚΙΧΝΕ και στην Ξάνθη (άνοιξη 2021) να μην μπορεί να πραγματοποιηθεί μία απλή επέμβαση ρουτίνας, γιατί δεν υπήρχε αναισθησιολόγος. Δηλαδή, στον μεν Εβρο, όπου υπηρετούν χιλιάδες στρατιωτικοί με τις οικογένειές τους, να μην υπάρχει καρδιολόγος, στη δε Ξάνθη, το πλέον τραγελαφικό, Κινητό ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΟ Νοσοκομείο του Στρατού να μην μπορεί να εξυπηρετήσει εγχείρηση ρουτίνας. Ο ασθενής είτε θα έπρεπε να κάνει υπομονή μέχρι να τοποθετηθεί αναισθησιολόγος, είτε θα έπρεπε να μετακινηθεί, με τις αντίστοιχες επιπτώσεις (κόστος μετακίνησης, επιβάρυνση της υγείας των ασθενών κ.λπ.) στο 424 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Εκπαίδευσης (424 ΓΣΝΕ) στη Θεσσαλονίκη είτε θα έπρεπε να απευθυνθεί σε ιδιώτη χειρουργό.
Το έργο πλέον των ΚΙΧΝΕ – κι αυτό δεν είναι κρυφό – περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στην πραγματοποίηση των ετήσιων περιοδικών υγειονομικών εξετάσεων των στελεχών, οι οποίες σε πολλές των περιπτώσεων είτε είναι ελλιπείς είτε δεν μπορούν να ολοκληρωθούν σε μία ημέρα, εξαιτίας της υποστελέχωσης και των πολλαπλών καθηκόντων των υπηρετούντων σ’ αυτά στρατιωτικών ιατρών.
Ετσι, λοιπόν, αν λάβουμε υπόψη μας ότι τα ΚΙΧΝΕ προορίζονται για την εκτέλεση των ετήσιων υγειονομικών εξετάσεων των στελεχών και για μία σειρά απλών υγειονομικών εξετάσεων ειδικοτήτων, διαπιστώνουμε ότι το επίπεδό τους αντιστοιχίζεται με αυτά ενός πολυϊατρείου (και αυτό με ερωτηματικό), καθώς σε κάποιες περιόδους δεν υπάρχουν σημαντικές ειδικότητες ιατρών.
Αν τώρα στα παραπάνω προσθέσουμε και τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η κυβέρνηση διαθέτει στρατιωτικούς γιατρούς σε πολιτικές δομές Υγείας, όπως τα περιφερειακά νοσοκομεία προς κάλυψη των κενών, αντιλαμβανόμαστε ότι ο ρόλος και οι παρεχόμενες υπηρεσίες των ΚΙΧΝΕ υποβαθμίζονται ακόμη περισσότερο. Κι όλα αυτά, χωρίς να προσθέσουμε την πολυδιαφημισμένη κοινωνική προσφορά των Ενόπλων Δυνάμεων, η οποία προβλέπει τη μετακίνηση ιατρών σε χωριά και οικισμούς προς εξέταση των κατοίκων, χωρίς να είναι, επίσης, βέβαιο το κατά πόσο ουσιαστική είναι αυτή η συνεισφορά, όταν δεν υπάρχουν οι κατάλληλες δομές και εγκαταστάσεις για μία απλή υγειονομική εξέταση.
Εύκολα λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι όλα τα παραπάνω συντελούν:
– στην υποβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών Υγείας στους στρατιωτικούς και στις οικογένειές τους,
– στη διατήρηση της υποστελέχωσης των πολιτικών νοσοκομείων, αφού τα κενά καλύπτονται από στρατιωτικούς ιατρούς σε βάρος των ίδιων των στρατιωτικών και των οικογενειών τους,
– στην επιβάρυνση των πολιτικών νοσοκομείων με ασθενείς που σε ομαλές συνθήκες θα εξυπηρετούνταν από στρατιωτικά νοσοκομεία,
– στην επιχειρησιακή ετοιμότητα και ικανότητα του Σώματος του Υγειονομικού, αφού οι σπουδαστές της Στρατιωτικής Σχολής Αξιωματικών Σωμάτων (ΣΣΑΣ) και Νοσηλευτικής (ΣΑΝ) έχουν μειωθεί αισθητά,
– στην απαξίωση εγκαταστάσεων και ιατρικών μηχανημάτων που παραμένουν ανενεργά εξαιτίας απουσίας χειριστών και ειδικοτήτων ιατρών.
Τι πρέπει να γίνει, χτες κιόλας, για να αντιστραφούν τα δεδομένα;
– αναβάθμιση του συνόλου των ΚΙΧΝΕ και επαναφορά τους σε Γενικά Στρατιωτικά Νοσοκομεία (ΓΣΝ), με πρόβλεψη όλων των ειδικοτήτων ιατρών, νοσηλευτικού και βοηθητικού προσωπικού,
– προμήθεια νέου σύγχρονου ιατρικού εξοπλισμού και υλικών,
– δημιουργία μονάδων Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ), με προσανατολισμό την πρόληψη, σε όλες τις μονάδες των Ενόπλων Δυνάμεων,
– προσλήψεις ιατρών, νοσηλευτών και βοηθητικού προσωπικού σε όλα τα πολιτικά νοσοκομεία, ώστε να απεμπλακούν οι διατιθέμενοι στρατιωτικοί από αυτά.
Ολα τα παραπάνω, βέβαια, προϋποθέτουν την αύξηση των κονδυλίων, κάτι που για όλες τις μέχρι σήμερα κυβερνήσεις είναι κόστος και μετά βδελυγμίας ομνύουν στο «απεταξάμην». Ηδη ο ετήσιος κρατικός προϋπολογισμός για τις δαπάνες Υγείας βαίνει μειούμενος, μέχρις ότου καταστεί ανέφικτη η διατήρησή τους και να επέλθει η εμπορευματοποίηση/ιδιωτικοποίηση.
Από την άλλη μεριά, διαχρονικά οι κυβερνήσεις αυξάνουν ολοένα και περισσότερο, χρόνο με τον χρόνο, τις δαπάνες για οπλικά συστήματα, για εξοπλισμούς και συμβάσεις, που εξυπηρετούν τα ιμπεριαλιστικά σχέδια των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ και όχι την άμυνα της χώρας, ξεζουμίζοντας την Ελληνίδα και τον Ελληνα εργαζόμενο, που βάζουν βαθύτερα το χέρι στην τσέπη ψάχνοντας να βρουν μέχρι και το τελευταίο λεπτό του ευρώ για τις βασικές τους ανάγκες.
Το ερώτημα παραμένει καίριο. Μπορεί να ανατραπεί αυτή η κατάσταση; Η απάντηση είναι μία. Ναι, μπορεί. Με αγώνα και διεκδίκηση, μέσα από μαχητικά σωματεία οι εν ενεργεία και εν αποστρατεία στρατιωτικοί, μαζί με τον υπόλοιπο λαό μέσα από μαζικούς συλλογικούς φορείς και συνδικάτα, για να μεγαλώσει το ρεύμα αμφισβήτησης της πολιτικής που υπηρετεί το δόγμα «τα κέρδη των λίγων και όχι τα συμφέροντα των πολλών». Για την ανατροπή αυτής της πολιτικής. Για δημόσια και δωρεάν Υγεία, για όλο τον λαό.
του Ανέστη Τσουκαράκη, Προέδρου της Π.ΟΜ.Α.Σ.



