Πολλά είναι τα δημοσιεύματα που αναφέρουν ότι ο αμερικανικός στρατός εξαντλεί τα αποθέματα όπλων, με τον Αμερικάνο πρόεδρο, να χαρακτηρίζει τέτοιες αναφορές ως «προδοτικές» και να τις διαψεύδει.
Αμερικάνικα και άλλα ΜΜΕ, έχουν αναφέρει τις τελευταίες εβδομάδες ότι οι ΗΠΑ εξαντλούν μερικά από τα πιο ισχυρά όπλα τους, συμπεριλαμβανομένων των πυραύλων Tomahawks, των πυραύλων αεράμυνας Patriot και του αντιβαλλιστικού πυραυλικού συστήματος THAAD.
Η άπλετη στρατιωτική στήριξη των ΗΠΑ σε βόμβες και πολεμοφόδια παντός είδους προς το κράτος – δολοφόνο Ισραήλ, ώστε να πραγματοποιήσει από τον Οκτώβριο του 2023 έως σήμερα τον γενοκτονικό πόλεμο κατά των Παλαιστινίων, σε συνδυασμό με την εξαπόλυση της ιμπεριαλιστικής επίθεσης κατά του Ιράν και την ιμπεριαλιστική σύγκρουση του ευρωατλαντικού στρατοπέδου με τη Ρωσία στην Ουκρανία εξάντλησαν τα αμερικανικά πολεμοφόδια σε πυραύλους ακριβείας.
Σε μια σειρά αναρτήσεων στην ιστοσελίδα του Truth Social, ο Τραμπ επανέλαβε τον ισχυρισμό ότι οι αναφορές αυτές είναι «100% λανθασμένες». Πρόσθεσε ότι ο αμερικανικός στρατός διαθέτει «ουσιαστικά απεριόριστες ποσότητες» πυρομαχικών μεσαίας έως υψηλής ποιότητας και ότι οι ΗΠΑ επιταχύνουν επίσης την παραγωγή όπλων, δηλώνοντας ότι οι πωλήσεις σε «συμμάχους» πρόκειται να αρχίσουν ξανά.
Πετώντας δε ξανά το μπαλάκι στον προκάτοχό του, δήλωσε ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν έδωσε «δωρεάν» πολύ περισσότερα όπλα στην Ουκρανία και στο ΝΑΤΟ από αυτά που χρησιμοποιούνται για τον πόλεμο στο Ιράν, προσθέτοντας μάλιστα ότι «έστω και καθυστερημένα» η Ουάσινγκτον θα ζητήσει από την «Ευρώπη» να πληρώσει για αυτούς τους εξοπλισμούς.
Ολα αυτά καταγράφονται, καθώς οι ενδοαστικοί ανταγωνισμοί εντός των ΗΠΑ βρίσκονται στον «αφρό», ενόψει και των ενδιάμεσων εκλογών του Νοέμβρη.
Σε ένα τέτοιο φόντο και καθώς δεν έχει καταφέρει να επιβάλει με στρατιωτικά μέσα τους στόχους της στο Ιράν, η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί παράλληλα με τις συνεχιζόμενες επιθέσεις να εντείνει τον «οικονομικό πόλεμο» εναντίον του – με τις απειλές πάντως για δευτερογενείς κυρώσεις εναντίον της Κίνας και άλλων χωρών που έχουν συναλλαγές με την Τεχεράνη να μένουν για την ώρα «στον αέρα».



