ΥΠΟΜΝΗΜΑ
επί του σχεδίου νόμου
του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών με τίτλο:
«Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις – Συνταξιοδοτική διάταξη»
και συγκεκριμένα επί των διατάξεων του άρθρου 105:
Από την ανάγνωση της αιτιολογικής έκθεσης δεν δύναται να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για τη σκοπιμότητα της υπόψη διάταξης.
Ενώ από μια πρώτη ματιά φαίνεται ότι αντιμετωπίζει ευνοϊκά τους γονείς όσων αποβιώνουν με προϋποθέσεις, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να σταθμίσουν την πλέον συμφέρουσα γι’ αυτούς επιλογή και να διαλέξουν μεταξύ της καταβολής του εφάπαξ οικονομικού βοηθήματος ή τη χορήγηση της σύνταξης, γεγονός που επικροτείται, εν τούτοις η Ομοσπονδία μας διατηρεί επιφυλάξεις εάν τελικά εκπληρώνεται ο επιδιωκόμενος σκοπός. Πρέπει να δοθούν εξηγήσεις και να επέλθουν τροποποιήσεις, έτσι ώστε να επιτελεσθεί ο αληθινός σκοπός των διατάξεων του άρθρου, εφόσον τούτος δεν κρύβεται πίσω από δημοσιονομικές ασφυξίες.
Καταρχήν η πρώτη ένστασή μας είναι στον διαχωρισμό των θανόντων. Το άρθρο αναφέρεται μόνο σε ιπταμένους, σε εργαζόμενους σε στρώση ναρκοπεδίων και εξουδετέρωση εκρηκτικών μηχανισμών και σε προσωπικό που απασχολείται με την κατάσβεση πυρκαγιών και όχι σε κάθε υπάλληλο και στρατιωτικό που έχασε τη ζωή του σε διατεταγμένη υπηρεσία. Από μόνος του αυτός ο διαχωρισμός μάς αφήνει ανοικτό το πεδίο να σκεφτούμε ότι το άρθρο έρχεται να καλύψει τις ευθύνες του κράτους, για συναδέλφους μας που πρόσφατα έχασαν τη ζωή τους κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας, για παράδειγμα το Canadair που κατέπεσε το περασμένο καλοκαίρι στην Κάρυστο. Ήταν και παραμένει ευθύνη του κράτους για αξιόπιστα εναέρια μέσα κατάσβεσης, αλλά όλοι γνωρίζουμε ότι ο στόλος που διαθέτει η Πολεμικής μας Αεροπορίας είναι ξεπερασμένος και υποσυντηρημένος, έως καθόλου συντηρημένος. Χρήματα το κράτος δεν δαπανά για τη συντήρηση του στόλου αυτού. Σπρώχνει τους υπαλλήλους και τους στρατιωτικούς να «πάνε κι όπου βγει».
Οι επιφυλάξεις μας δεν είναι έωλες, καθόσον η μέχρι σήμερα πείρα μάς έχει διδάξει ότι τα προνόμια που δίδονται σε συγγενείς στρατιωτικών που αποβιώνουν σε εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας φαίνεται ότι αναγγέλλονται για να αναγγελθούν, αλλά στο δια ταύτα και όταν σβήσουν οι κάμερες οι συγγενείς «πέφτουν από τα σύννεφα».
Για να γίνει αντιληπτό και να μην υπάρξει καμία αμφιβολία, θα αναφερθούμε στο παράδειγμα της απώλειας των συναδέλφων μας στις πρόσφατες πυρκαγιές του καλοκαιριού, από την πτώση του μοιραίου Canadair που συνετρίβη στην Κάρυστο. Τα
παραδείγματα είναι πολλά και η αντιμετώπιση από την πολιτεία ταυτόσημη. Όλο το πανελλήνιο συγκινήθηκε κι έκλαψε. Η πολιτεία απέδωσε τις προβλεπόμενες τιμές στους ήρωες πιλότους μας (κυβερνήτη και συγκυβερνήτη) και οι τιμές αυτές προβλήθηκαν από όλα τα ΜΜΕ. Στους ήρωές μας απονεμήθηκε ο βαθμός του Αντιπτεράρχου. Ο κυβερνήτης ετύγχανε έγγαμος, ενώ ο συγκυβερνήτης άγαμος. Στο δια ταύτα: ενώ η σύζυγος του κυβερνήτη ανέμενε να της καταβληθεί το εφάπαξ χρηματικό βοήθημα Αντιπτεράρχου, κατά το χρηματικό ποσό που αναλογεί ωσάν ο αποβιώσας να το λάμβανε μετά τη συνταξιοδότησή του στα πλήρη χρόνια της ενέργειάς του, το έλαβε κατά το ένα τρίτο (1/3) περίπου, ενώ για τον συγκυβερνήτη το ποσό του εφάπαξ χρηματικού βοηθήματος έπεσε στο ένα έκτο (1/6) του εφάπαξ του Αντιπτεράρχου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την περ. α της παρ. 2 του υπόψη άρθρου 105 η σύνταξη που τυχόν επιλέξει ο γονέας θανόντος στρατιωτικού ορίζεται στα πέντε δέκατα (5/10) εκείνης που θα έπρεπε να απονεμηθεί βάσει της παρ. 6 του άρθρου 10 του ν.2084/1992. Ωστόσο κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού (10 του ν.2084/1992) η σύνταξη που θα απονεμηθεί είναι πλήρης και όχι σε ποσοστά. Σας το διαβάζω: «Για τη συνταξιοδότηση των μελών της πατρικής οικογένειας του φονευθέντος εφαρμόζονται οι εκάστοτε ισχύουσες γενικές διατάξεις του οικείου φορέα συνταξιοδότησης, ως προς τη διαδικασία αναγνωρίσεως του συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Η σύνταξη των μελών της οικογένειας αυτής υπολογίζεται με βάση το ποσό της συντάξεως που ορίζει το άρθρο 1 του παρόντος. Τί ορίζει το άρθρο 1; Τα πρόσωπα δικαιούνται συντάξεως, ίσης με αυτήν που θα καταβαλλόταν στον φονευθέντα. Δεν μιλάμε λοιπόν για ίση μεταχείριση.
Τέλος, θεωρούμε ότι εφόσον πρόθεση της πολιτείας είναι πράγματι να δώσει αυτά που αναλογούν στους γονείς των θανόντων συναδέλφων μας θα πρέπει αφενός να διευκρινίσει, καθόσον τούτο δεν προκύπτει από τις προτεινόμενες διατάξεις, εάν το ποσό είτε του βοηθήματος είτε της σύνταξης θα φορολογηθεί ή θα είναι αφορολόγητο και αφετέρου δεν θα πρέπει να εξαιρέσει:
από τη χορήγηση του εφάπαξ οικονομικού βοηθήματος της παρ. 17 του άρθρου 8 του ν. 2592/1998 τους συγγενείς των έγγαμων θανόντων συναδέλφων μας και
τη διευθέτηση και οποιουδήποτε στεγαστικού ή άλλου δανείου τυχόν έλαβαν οι
άγαμοι θανόντες συνάδελφοί μας
Κατόπιν των ανωτέρω προτείνουμε τις εξής τροποποιήσεις επί του άρθρου 105:
«1. Οι γονείς του/της άγαμου/ης χωρίς τέκνα υπαλλήλου ή στρατιωτικού, ο/η οποίος/α έχει διορισθεί για πρώτη φορά στο Δημόσιο ή έχει καταταγεί ως στρατιωτικός αντιστοίχως, μετά την 1η Ιανουαρίου 1993, χωρίς να έχει ασφαλιστεί σε κανέναν ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης έως την 31η Δεκεμβρίου 1992, εφόσον αυτός/ή αποβιώσει σε διατεταγμένη υπηρεσία που συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο και ένεκα αυτής, λαμβάνουν το οικονομικό βοήθημα μπορούν αντί του εφάπαξ οικονομικού βοηθήματος της παρ. 17 του άρθρου 8 του ν. 2592/1998 (Α΄ 57), και να επιλέξουν τη σύνταξη της παρ. 2.
Ο/Η σύζυγος ή το/τα τέκνο/α υπαλλήλου ή στρατιωτικού, ο/η οποίος/α έχει διορισθεί για πρώτη φορά στο Δημόσιο ή έχει καταταγεί ως στρατιωτικός αντιστοίχως, μετά την 1η Ιανουαρίου 1993, χωρίς να έχει ασφαλιστεί σε κανέναν ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης έως την 31η Δεκεμβρίου 1992, εφόσον αυτός/ή αποβιώσει σε διατεταγμένη υπηρεσία και ένεκα αυτής,
λαμβάνουν το οικονομικό βοήθημα της παρ. 17 του άρθρου 8 του ν. 2592/1998 (Α΄ 57).
3 2. α. Από την επομένη του θανάτου του προσώπου της παρ. 1, οι γονείς του δικαιούνται μηνιαία σύνταξη από το Δημόσιο, ισόποση με τη σύνταξη που θα ελάμβανε ο/η αποβιώσας/σασα, αν ζούσε. η οποία ανέρχεται στα πέντε δέκατα (5/10) εκείνης που θα έπρεπε να απονεμηθεί βάσει της παρ. 6 του άρθρου 10 του ν. 2084/1992 (Α΄ 165) σε αυτόν που έχει αποβιώσει.
β. Η σύνταξη της παρ. 2 καταβάλλεται σε ίσα μερίδια μεταξύ των γονέων.
γ. Σε περίπτωση θανάτου του ενός γονέα, το μερίδιό του προσαυξάνει το μερίδιο του εναπομείναντος.
δ. Η σύνταξη είναι αμεταβίβαστη και καταβάλλεται ανεξαρτήτως της καταβολής κάθε άλλης σύνταξης ή μισθού.
ε. Η σύνταξη δεν υπόκειται σε καμία κράτηση, δεν αποτελεί εισόδημα και δεν φορολογείται.
α. Η επιλογή γίνεται με ταυτόχρονη και αμετάκλητη υπεύθυνη δήλωση που κατατίθεται στη Διεύθυνση Εισοδηματικής Πολιτικής του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και στην υπηρεσία στην οποία υπηρετούσε ο θανών.
β. Σε περίπτωση διαφορετικής επιλογής μεταξύ των δύο γονέων, το ποσό του οικονομικού βοηθήματος καταβάλλεται μειωμένο κατά πενήντα τοις εκατό (50%) και η σύνταξη ανέρχεται στα δυόμιση δέκατα (2,5/10) εκείνης που θα έπρεπε να απονεμηθεί σε αυτόν που έχει αποβιώσει.
Εάν οι γονείς του αποβιώσαντος της παρ. 1 έχουν πεθάνει, το εφάπαξ οικονομικό βοήθημα της παρ. 17 του άρθρου 8 του ν. 2592/1998, καταβάλλεται ισομερώς στα αδέρφια του θανόντος εφόσον δεν έχουν συμπληρώσει το εικοστό τέταρτο (24ο) έτος της ηλικίας τους.
Εάν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος έχει ήδη καταβληθεί η αποζημίωση της παρ. 17 του άρθρου 8 του ν. 2592/1998 και οι γονείς επιλέξουν την καταβολή της σύνταξης, παρακρατείται το είκοσι τοις εκατό (20%) του ποσού αυτής μέχρι την εξόφληση της σχετικής οφειλής.
Σε περίπτωση που ο/η αποβιώσας/σασα είχε λάβει δάνειο για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του/της, το Δημόσιο αναλαμβάνει, με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, την εξυπηρέτηση του έως την πλήρη αποπληρωμή του δανείου. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εκδιδόμενη εντός διμήνου από τη δημοσίευση του νόμου, καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή της διάταξης αυτής.
6. Το παρόν ισχύει για συμβάντα που έλαβαν χώρα από την 1η Ιανουαρίου 2023 και εφεξής.».




