Μια σημαντική εξέλιξη είναι το «αμυντικό» σύμφωνο που υπέγραψαν στη Μέκκα οι ηγέτες της Τουρκίας, Ρ. Τ. Ερντογάν, του Πακιστάν, Σεχμπάζ Σαρίφ, και της Σαουδικής Αραβίας, Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν. Η Τουρκία είναι χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ, διαθέτοντας τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό σε αυτό μετά τις ΗΠΑ. Το Πακιστάν είναι η μόνη μουσουλμανική χώρα με πυρηνικά όπλα. Η δε Σαουδική Αραβία είναι μία από τις κορυφαίες παραγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως, και η μεγαλύτερη οικονομική και στρατιωτική δύναμη μεταξύ των σουνιτικών κρατών του Κόλπου, που έχει λόγο στο από πού θα περάσει ένα σημαντικό μέρος του ανταγωνιστικού (προς τους κινεζικούς σύγχρονους «δρόμους του μεταξιού») Οικονομικού Διαδρόμου Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης, γνωστού ως IMEC, με το Ισραήλ να πασχίζει να εξασφαλίσει εκεί μια νευραλγική θέση με κατάληξη τις αγορές της Ευρώπης.
Είναι αξιοσημείωτο ότι η τριμερής συμμαχία (την οποία κάποιοι έσπευσαν να χαρακτηρίσουν «σουνιτικό ΝΑΤΟ») επιλέχθηκε να δημοσιοποιηθεί σε μια περίοδο επικίνδυνης όξυνσης της σύγκρουσης της Σαουδικής Αραβίας με τους Υεμενίτες αντικαθεστωτικούς Χούθι. Οι δυνάμεις του «Κινήματος Ανσάρ Αλλάχ», όπως λέγεται επισήμως η οργάνωση των Χούθι, εντείνουν τις επιθέσεις με πυραύλους και drones σε σαουδαραβικά τάνκερ (στο πλαίσιο ναυτικού αποκλεισμού σε βάρος του Ριάντ) στην Ερυθρά Θάλασσα και σε βάσεις των σαουδαραβικών δυνάμεων και των μισθοφόρων τους σε εδάφη της Υεμένης που ελέγχονται από τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της χώρας, π.χ. στις επαρχίες Χαντραμούτ και Μαρίμπ.



