Ακριβώς σε αυτό το ζήτημα επικεντρώνονται τρεις εκθέσεις ευρωπαϊκών think tanks, του Centre for European Reform (CER), του European Council on Foreign Relations (ECFR) και του Royal United Services Institute (RUSI). Παρά τις διαφορετικές αφετηρίες τους, συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι η μετάβαση στην πολεμική οικονομία δεν απαιτεί μόνο χρήματα και πολιτικές αποφάσεις, αλλά και τη διαμόρφωση μιας νέας κοινωνικής συναίνεσης που θα νομιμοποιήσει τις οικονομικές θυσίες στο όνομα της «ασφάλειας», της «ελευθερίας» και της «άμυνας».
Κοινή διαπίστωση των εκθέσεων του Centre for European Reform (CER) και του Royal United Services Institute (RUSI) είναι ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο για την υλοποίηση του ευρωπαϊκού επανεξοπλισμού δεν είναι πλέον η λήψη των πολιτικών αποφάσεων, αλλά η εξασφάλιση της αποδοχής τους από τους λαούς. Οι κυβερνήσεις καλούνται να αυξήσουν σημαντικά τις στρατιωτικές δαπάνες σε μια περίοδο κατά την οποία πολλές οικονομίες αντιμετωπίζουν υψηλό δημόσιο χρέος, περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια και αυξανόμενες κοινωνικές πιέσεις. Οι ίδιες οι εκθέσεις αναγνωρίζουν ότι ο δανεισμός μπορεί να αποτελέσει μόνο μια προσωρινή λύση, καθώς αργά ή γρήγορα το κόστος θα μετακυλιστεί στους κρατικούς προϋπολογισμούς, είτε μέσω νέων φόρων είτε μέσω περικοπών σε άλλες δημόσιες δαπάνες.
Τα ευρωπαϊκά επιτελεία αφιερώνουν πλέον μεγάλο μέρος των αναλύσεών τους στην πολιτική επικοινωνία και στη διαμόρφωση συναίνεσης γύρω από τα ζητούμενα του κεφαλαίου, στη νέα πολεμική φάση.
Η έκθεση του European Council on Foreign Relations (ECFR) τονίζει ότι δεν υπάρχει μια ενιαία συνταγή επικοινωνίας για ολόκληρη την Ευρώπη. Αντίθετα, κάθε χώρα απαιτεί διαφορετικό πολιτικό αφήγημα, προσαρμοσμένο στις ιστορικές εμπειρίες, στις πολιτικές ισορροπίες και στις κοινωνικές ευαισθησίες της.
Το «κλειδί» είναι να πειστούν οι λαοί πως από την κερδοφορία του κεφαλαίου που θα επενδυθεί στην οικονομία του πολέμου, θα περισσέψουν περισσότερα ψίχουλα για τους εργαζόμενους.
Η έκθεση προτείνει μια στρατηγική πολιτικής επικοινωνίας που προσαρμόζεται στις ιδιαιτερότητες κάθε χώρας, αξιοποιώντας διαφορετικά επιχειρήματα και διαφορετικές προτεραιότητες, ώστε ο ίδιος στόχος, η αποδοχή του επανεξοπλισμού, να γίνει πολιτικά πιο εύπεπτος για κάθε κοινωνία.
Οι εκθέσεις του Royal United Services Institute (RUSI) και του Centre for European Reform (CER) δείχνουν ότι η προσπάθεια οικοδόμησης κοινωνικής συναίνεσης δεν αφορά μόνο τις πολιτικές αποφάσεις, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αυτές παρουσιάζονται στους πολίτες. Η επιλογή των λέξεων αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς καλείται να αμβλύνει τις αντιδράσεις απέναντι στις οικονομικές θυσίες που συνεπάγεται ο ευρωπαϊκός επανεξοπλισμός.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ολλανδίας, όπου η νέα κυβέρνηση δεν μίλησε για έναν ακόμη φόρο υπέρ της «άμυνας», αλλά για μια «εισφορά ελευθερίας» (Freedom Contribution), παρουσιάζοντάς την ως συλλογική συμβολή πολιτών και επιχειρήσεων στην εθνική ασφάλεια. Αντίστοιχα, στην Εσθονία, η κυβέρνηση επιχείρησε αρχικά να προωθήσει έναν «φόρο άμυνας» (Defence Tax), όμως στη συνέχεια εγκατέλειψε ακόμη και αυτή την ονομασία, διατηρώντας ορισμένες από τις φορολογικές αυξήσεις αλλά αποφεύγοντας τη σύνδεσή τους με τον επανεξοπλισμό.
Στο ίδιο πνεύμα, οι δύο εκθέσεις υποστηρίζουν ότι οι αστικές κυβερνήσεις πρέπει να αποφεύγουν να παρουσιάζουν τις αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες ως αναγκαστική απάντηση σε μια κρίση ή ως ένα ακόμη δημοσιονομικό βάρος. Αντίθετα, καλούνται να τις συνδέσουν με έννοιες όπως η «ασφάλεια», η «ελευθερία», η «ευημερία», η «ανθεκτικότητα» και η «μακροπρόθεσμη επένδυση» για το μέλλον. Οι οικονομικές θυσίες δεν πρέπει να παρουσιαστούν ως το κόστος του επανεξοπλισμού, αλλά ως προϋπόθεση για τη διατήρηση της «ειρήνης», της «σταθερότητας» και του «ευρωπαϊκού τρόπου ζωής».
Το πιο αποκαλυπτικό ίσως στοιχείο της έκθεσης του Centre for European Reform είναι ότι δεν περιορίζεται σε προτάσεις για καλύτερη πολιτική επικοινωνία. Περιγράφει έναν μόνιμο και πολυεπίπεδο μηχανισμό προπαγάνδας, ο οποίος θα πρέπει να λειτουργεί διαρκώς και όχι μόνο σε περιόδους κρίσεων ή πολεμικών συγκρούσεων. Η έκθεση υπογραμμίζει πως η συναίνεση των λαών δεν θεωρείται δεδομένη, αλλά πρέπει να καλλιεργείται συστηματικά.
Στο πλαίσιο αυτό, η έκθεση προτείνει την ενεργό συμμετοχή ολόκληρου του κρατικού και κοινωνικού μηχανισμού. Εκτός από τους πρωθυπουργούς και τους αρμόδιους υπουργούς, προτείνεται να αναλάβουν δημόσιο ρόλο οι αρχηγοί των Ενόπλων Δυνάμεων, στελέχη των υπηρεσιών πληροφοριών και άλλοι κρατικοί αξιωματούχοι, ώστε το μήνυμα να αποκτήσει «μεγαλύτερη αξιοπιστία». Παράλληλα, εισηγείται τη διοργάνωση δημόσιων συζητήσεων και τοπικών συγκεντρώσεων, την αξιοποίηση των σχολείων και των πανεπιστημίων για την καλλιέργεια μιας νέας αντίληψης γύρω από την «εθνική ασφάλεια», καθώς και τη συνεργασία με μουσεία, θέατρα, κινηματογραφικούς δημιουργούς και άλλους φορείς του πολιτισμού.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται επίσης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η έκθεση προτείνει τη συστηματική αξιοποίηση πλατφορμών όπως το TikTok και το YouTube, τη συνεργασία με influencers και άλλες προσωπικότητες με μεγάλη απήχηση, ιδιαίτερα στις νεότερες ηλικίες, ώστε το μήνυμα υπέρ της ενίσχυσης της άμυνας να φτάνει με διαφορετικές μορφές σε κάθε κοινό…
Κάπως έτσι, με τα «πολλά κεφάλια» της ευρωατλαντικής Λερναίας Υδρας τα αστικά επιτελεία επιχειρούν να διαμορφώσουν «κουλτούρα πολέμου» στους λαούς, στη νεολαία, να τους στρατεύσουν γύρω από τα σχέδια που τους πάνε απευθείας σε ένα νέο ιμπεριαλιστικό μακελειό για τα κέρδη τους. Καμία συναίνεση δεν πρέπει να δώσει ο λαός: Σημαδεύοντας στο «μάτι» της εμπλοκής – τα συμφέροντα του κεφαλαίου – με προμετωπίδα το σύνθημα «καμία θυσία για τους πολέμους και τα κέρδη τους», μπορεί να στείλει την προπαγάνδα τους στα σκουπίδια, να βαδίσει στον δρόμο της ανατροπής που βγάζει έξω από το σύστημα της εκμετάλλευσης και των πολέμων.
Πηγές:
Centre for European Reform (CER), How to Build Public Support for Defence Spending in Europe, 2026.
European Council on Foreign Relations (ECFR), Guns and Butter: How to Keep Europeans on Board with Higher Defence Spending, 2025.
Royal United Services Institute (RUSI), Who Will Pay the Cost of Freedom in Europe? Strengthening Europe’s Defence Requires Public Spending and Public Backing, 2026.



